19 octubre, 2020

Las lágrimas de los caballos inmortales

de Constantino Kavafis | Traducciones

Versiones del griego de Natalia Moreleón.

 

Un viejo
(1897)

En el centro del ruidoso café,
inclinado en la mesa, está sentado un viejo
con un diario frente a él, sin compañía.

Y entre el desprecio por las miserias de la vejez
piensa cuán poco disfrutó los años
en que tuvo fuerza, conversación y belleza.

Sabe lo mucho que envejeció, lo siente, lo mira.
Y sin embargo el tiempo en que era joven parece
que fuera ayer. Qué pequeña distancia, qué pequeña distancia.

Y reflexiona la Prudencia que se burla de él
y en la que confían siempre —¡qué locura!
Mentirosa, que decía: “Mañana. Tienes mucho tiempo.”

Recuerda pasiones que soportaba y cuánta
alegría sacrificó. De cada oportunidad perdida
ahora se burla su insensato conocimiento.

Pero de tanto pensar y recordar
el viejo se mareó. Y se quedó dormido.
Recostado en la mesa del café.

 

Ένας γέρος

Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος· 
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνεια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κ’ εμορφιά.

Ξέρει που γέρασε πολύ·  το νοιώθει, το κυττάζει.
Κ’ εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθές. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα·
και πώς την εμπιστεύονταν πάντα – τι τρέλλα! –
την ψεύτρα που έλεγε· «Αύριο. Εχεις πολύν καιρό.»

Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ’ ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

… Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.

 

Los caballos de Aquiles
(1897)

Cuando vieron muerto a Patroclo,
que era tan fuerte, joven y valiente,
los caballos de Aquiles comenzaron a llorar;
su naturaleza inmortal se indignó
al contemplar esta obra de la muerte.
Sacudían las cabezas y agitaban sus largas crines,
golpeando la tierra con las patas, y lloraban a Patroclo,
al que sentían inanimado
una carne ahora mísera, su espíritu perdido
sin aliento,
devuelto desde la vida a la gran Nada.

Zeus vio las lágrimas de los caballos
inmortales y se condolió. “En las bodas de Peleo
—dijo— no debí actuar tan imprudente.
¡Mejor que no hubiera dado mis caballos,
infelices! Qué tenían que buscar allá abajo
entre la vana humanidad que es juego del destino.
A ustedes que no acechan la vejez ni la muerte,
los atormentan males efímeros. Con sus desgracias
los mezclaron los humanos”.
Pero lágrimas seguían derramando los dos nobles animales
por la desgracia sin fin de la muerte.

 

Τα άλογα του Αχιλλέως

Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Αχιλλέως· 
η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μαδρυές χαίτες κουνούσαν,
την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενιώθανε άψυχο –αφανισμένο-
μια σάρκα τώρα ποταπή –το πνέυμα του χαμένο-
Ανυπεράσπιστο –χωρίς πνοή-
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ΄την ζωή.

Τα δάκρυα είδε ο Ζεύς των αθανάτων
αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω·
καλύτερα να μην σας δίναμε άλογά μου
δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου
στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
σας έμπλεξαν οι άνθρωποι». -Όμως τα δάκρυά των
για του θανάτου την παντοτεινή
την συμφοράν εχύνανε τα δυό τα ζώα τα ευγενή.

 

Cuanto puedas
(1913)

Y si no puedes hacer tu vida como la quieres,
trata esto al menos, cuanto puedas:
no la humilles en la enorme conexión del mundo,
en los múltiples vaivenes y conversaciones.

No la humilles llevándola
a pasear frecuentemente, ni la expongas
a la estupidez cotidiana
de las relaciones y de los amigos
para que no se vuelva una carga extraña.

 

Όσο μπορείς

 

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

 
Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ’εκθέτοντας την
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα ξένη φορτική.

 

Lo peligroso
(1905-1915)

Dijo Myrtiás (estudiante sirio
en Alejandría, bajo el reinado
de augusto Constante y de augusto Constancio.
En parte nacionalista y en parte cristiano).
“Robustecido de teoría y estudio,
no temeré como un cobarde a mis pasiones.
Entregaré mi cuerpo a los gozos,
a los placeres soñados,
a los más audaces deseos eróticos,
a las pasiones lascivas de la sangre,
sin temor alguno, porque cuando quiera
—y tendré el deseo, fortalecido
como estaré de teoría y de estudio—
para reencontrar mi espíritu, en momentos
críticos, ascético, como antaño.”

 

Τα επικίνδυνα

 
Είπε ο Μυρτιάς (Σύρος σπουδαστής
στην Αλεξάνδρεια, επί βασιλείας
αυγούστου Κώνσταντος και αυγούστου Κωνσταντίου·
εν μέρει εθνικός κ’εν μέρει χριστιανίζων).
"Δυναμωμένος με θεωρία και μελέτη,
εγώ τα πάθη μου δεν τα φοβούμαι σα δειλός.
Το σώμα μου στες ηδονές θα δώσω,
στες απολαύσεις τες ονειρεμένες,
στες τολμηρότερες ερωτικές επιθυμίες,
στες λάγνες του αίματος μου ορμές, χωρίς
κανένα φόβο, γιατί όταν θέλω-
και θάχω θέλησι, δυναμωμένος
ως θάμαι με θεωρία και μελέτη-
στις κρίσιμες στιγμές θα ξαναβρίσκω
το πνεύμα μου, σαν πριν, ασκητικό.

 

El espejo de la entrada
(1930)

La mansión tenía en la entrada
un espejo muy antiguo, enorme,
adquirido por lo menos ochenta años atrás.

Un hermoso joven, empleado de sastre
(atleta improvisado, los domingos)
estaba de pie con un paquete. Lo entregó
a alguien de la casa, y éste lo llevó dentro
para traer el recibo. El empleado del sastre
se quedó solo, esperando.
Se acercó al espejo, se miró
y se arregló la corbata. Después de cinco minutos
le trajeron el recibo. Lo tomó y salió.

Pero el espejo antiguo que tanto había visto y vuelto a ver
durante su larga existencia,
miles de personas y cosas,
pero el espejo antiguo ahora se alegraba,
y presumía haber guardado para él
la belleza perfecta por unos minutos.

 

Ο καθρέφτης στην είσοδο.

 
Το πλούσιο σπίτι είχε στην είσοδο
έναν καθρέφτη μέγιστο, πολύ παλαιό· 
τουλάχιστον προ ογδόντα ετών αγορασμένο.

 
Ένα εμορφότατο παιδί, υπάλληλος σε ράπτη
(τες Κυριακές, ερασιτέχνης αθλητής),
στέκονταν μ΄ένα δέμα. Το παρέδοσε
σε κάποιον του σπιτιού, κι αυτός το πήγε μέσα
να φέρει την απόδειξι. Ο υπάλληλος του ράπτη
έμεινε μόνος, και περίμενε.
Πλησίασε στον καθρέφτη  και κυττάζονταν
κ΄ εσίαζε την κραβάτα του. Μετά πέντε λεπτά
του έφεραν την απόδειξι. Την πήρε κ΄έφυγε.

 
Μα ο παλαιός καθρέφτης που είχε δει και δει,
κατά την ύπαρξίν του την πολυετή,
χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα· 
μα ο παλαιός καθρέφτης τώρα χαίρονταν,
κ΄έπαίρονταν που είχε δεχθεί επάνω του
την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά.


Constantino Kavafis / Alejandría, Egipto, 1863 – 1933. Fue una de las voces más importantes de la poesía griega moderna. Escribió 155 poemas canónicos (de los cuales solo algunos vieron la luz en revistas y periódicos durante la vida del autor), además de múltiples poemas incompletos o que nunca dio por concluidos. Es autor de poemas como “Ítaca” y “Esperando a los bárbaros”, que marcan una cumbre de la lírica occidental.


Natalia Moreleón

/ San Luis Potosí, 1946. Profesora, investigadora, traductora y promotora de la cultura griega. Entre 1973 y 1980 fue profesora de griego clásico en la Facultad de Filosofía y Letras de la UNAM, y de 1979 a 2016, de griego moderno en el Centro de Enseñanza de Lenguas Extranjeras (CELE). Entre los múltiples libros que ha traducido se cuentan Canto heroico y fúnebre por el subteniente caído en Albania, de Odysseas Elytis (1999), La señora de las viñas, de Yannis Ritsos (2007) y Antología poética de Costas Montis (2011). Ha merecido reconocimientos como la Beca de la Fundación Onasis, la beca de promoción a la traducción literaria del FONCA y la Orden de Honor de la Cruz de Oro en 2002.